echoes from a voice yet to be heard…

  • DSC09589s
  • DSC09401 a
  • DSC09389
  • DSC09377
  • DSC09354
  • DSC09322
  • DSC09277
  • DSC09222
  • DSC09167
  • DSC09051wm
  • Snoopy
  • " Ode to Vincent Van Gogh "  Driftwood - Αλίκτυπο ξύλο  16 x 20 cm.
  • DSC04480(1) w
  • DSC08790
  • DSC00505
  • DSC04475
  • DSC04459 f
  • DSC001
  • DSC04381(1) wm
  • DSC04331
  • DSC04324 wm
  • DSC04291
  • DSC04274wm
  • DSC04261
  • DSC04240
  • DSC04207
  • DSC04166
  • DSC00571
  • DSC00457
  • DSC00396
  • " Cymatica"  On wood - σε ξύλο  40 x 64 cm.
  • DSC00366
  • DSC00084
  • " Seekers of Truth "  On canvas  60 x 80 cm.
  • " To Stardust "
  • " From Stardust "    On wood   25 x 50 cm.
  • DSC00181awm
  • " Anapterosis " Driftwood, stone, sculptured plaster - αλίκτυπο ξύλο, πέτρα, σκαλισμένος γύψος  36 cm.
  • DSC00003
  • DSC00250
  • DSC09271(1)
  • " Om Ma Ni Pad Me Hum "   Hand sculptured wax with insert light - Σκαλισμένο κερί με ένθετο φωτισμό  150 x 40 cm.
  • DSC08831
  • " Spira " Ink on canvas - Μελάνι σε καμβά  50 x 70 cm.
  • " Cuonos be tu se "   Driftwood, mixed materials technique - Αλίκτυπα ξύλα, μικτά υλικά  60 x 70 cm.




It is almost common knowledge the various inspiring quotes concerning the importance of not giving up when met by a failure or defeat but to rise and move ahead. They even seem to amalgamate into the core of our society, directing our gaze upwards; as one of the possible origins of  the Hellenic word for human, Anthropos, means:to look upwards.
Pick up your pieces and move forth. Yet, the heroism that echoes from that act has blurred the focus on the real battle & has ostracized the option not to rise.
Because you have been through enough for a lifetime.
Because you don’t want to keep pulling the frills of yourself until there is nothing more to dismantle.
Is it really a defeat to say : enough ?
Whether you are king Leonidas fighting at Thermopylaes or an anonymous 21st century man, the real battle remains the same : the actual moment when you decide to stand up or give up.
Perhaps it is the only instance when the universal music of the spheres that moves the cosmos, pauses. That gasp of Gods breath is the time of that choice. And you make it as a human, as Anthropos ; no titles, your naked self is at that moment nothing & everything.
And aye, a thousand times aye, you can gaze the heavens even with a bowed head and eyes to the ground…

Driftwood, mixed materials technique    1 m 92 cm  x  80 cm  x  28 cm.

Όλοι ξέρουν κάποια αποφθέγματα σχετικά με τη σημασία του να μην υποκύπτεις σε μία ατυχία/ήττα, αλλά να σηκώνεσαι & να συνεχίζεις. Προς τα πάνω. Και πως να μην είναι έτσι όταν η σύνθεση του ίδιου του ονόματος μας εκεί μας οδηγεί. Άνω θρώσκω΄προς τα πάνω κοιτώντας είμαι άνθρωπος.
Να σηκώνεσαι και να συνεχίζεις. Κι όμως ο ηρωισμός που αντηχεί αυτή η επιλογή έχει θολώσει την εστίαση στην πραγματική μάχη, όπως & έχει εξοστρακίσει την επιλογή του να μην σηκωθείς. Γιατί δοκιμάστηκες αρκετά.
Γιατί δεν επιθυμείς να τραβήξεις τα ξέφτια του εαυτού σου μέχρι που να μην υπάρχει τίποτα άλλο να ξηλώσεις. Είναι άραγε ήττα να πεις : φτάνει, ως εδώ;
Είτε είσαι ο βασιλιάς Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, είτε ένας ανώνυμος άνθρωπος του 21ου αιώνα, η πραγματική μάχη είναι ίδια : η στιγμή που αποφασίζεις αν θα συνεχίσεις ή αν θα τελειώσεις.
Είναι ίσως η μοναδική στιγμή που σιγεί η συμπαντική μουσική των σφαιρών στην οποία κινείται ο κόσμος. Η παύση στον αέναο ρυθμό, το κράτημα της ανάσας των Θεών είναι ο χρόνος αυτής της επιλογής. Και την κάνεις ως άνθρωπος, απεκδυόμενος κάθε τίτλο, βασιλικό ή μη – γυμνός την απειροελάχιστη στιγμή εκείνη είσαι όλα και τίποτα.
Εν τέλει, ναι, χίλιες φορές ναι, μπορείς να κοιτάς τον ουρανό με σκυμμένο το κεφάλι...
Γράφει αυτή η μεγάλη ψυχή, η Κική Δημουλά :
Ότ΄ήμουνα ένας άνθρωπος / που όλο με σκυμμένο το κεφάλι με περπατάγανε οι δρόμοι /
αυτό πράχθηκε φανερά σας. / Σας το αφήνω. Απάνω του λοιπόν, αποκεφαλίστε το, /
μοιράστε το σ’ όσες υποτιμήσεις θέλετε / -πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους / και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια-, / ρίξτε το ολόκληρο / σ’ όσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε / πετάξτε το σε δύο παλιογραμμούλες τύμβο. /
Όμως πως σκύβοντας / ατένιζα ουρανό,αυτό δεν θα τ΄αγγίξετε. /
Επράχθηκε κρυφά σας, / το έκρυψα καλά / στην ασφαλή του κεφαλιού μου / τη λιμοκτόνα στάση. /
Σκύβοντας ουρανό ατένιζα. / Που έφτιαξα από πτώσεις. / 
…Αυτό δεν θα τ΄αγγίξετε. / Είναι από εύφλεκτο εγώ / θα με τινάξει όλη στον αέρα σας. //

Αλίκτυπο ξύλο, μικτά υλικά               1 m 92 cm  x  80 cm  x  28 cm.



Stairway to Heaven

” A stairway I beheld to such a height
Uplifted, that mine eye pursued it not.”
Dante, Paradiso XXI, lines 29-30

DSC09589sDSC09590sDSC09591 sDSC09592 sDSC09595sDSC09596 sDSC09598 sDSC09600 s

From the depths of Oceanus, on a stone . 48 cm. – Από τα βάθη του Ωκεανού, σε μία πέτρα. 48 εκ.


Where Gods Once Walked II

The second part of the photo collection “Where Gods Once Walked”.  This time from Hellas and the south western side of Mount Parnassus, Delphi.    It is with no small amount of disappointment, when I say that the Tholos at the Athena Pronoia site is not by any measure properly exhibited. Just a lousy sign…this country never stops finding ways to hurt herself…                                                                                   PS. for those willing souls an inquiry: What is the connection between Leonardo Da Vinci’s Vitruvian Man and the Tholos?                                                                                                         PS2. notice the way the large slabs with inscriptions are placed…more about this pattern at next parts of  “Where Gods Once Walked”.


Δεύτερο μέρος της φωτογραφικής περιήγησης  “Where Gods Once Walked”.  Ο Ομφαλός της Γης, οι Δελφοί. Το ότι ο αρχαιολογικός χώρος της Αθηνάς Πρόνοιας και του Θόλου βρίσκεται επιεικώς απαράδεκτα αναδειγμένος στον επισκέπτη, είναι άλλη μια απόδειξη της λαμπρής νοοτροπίας του ελληνικού κράτους…                                                                                           ΥΣ. για τους έχοντες την ιερή περιέργεια: Ποιά η σχέση μεταξύ του Βιτρούβιου Ανθρώπου του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και του Θόλου ;                                                                                               ΥΣ2. προσέξτε το μοτίβο τοποθέτησης των  μεγάλων πέτρινων πλακών με τις επιγραφές…περισσότερα σχετικά στα επόμενα μέρη της σειράς.


Helios II

The Christian use of the all seeing eye symbol is inside a radiating triangle, which represents the Holy Trinity. It is often seen in orthodox and catholic churches. Truth be told, due to the medieval beliefs that it symbolized the evil eye, it was absent until  Renaissance artists reclaimed its symbolic power in their art.                                                                                                                                     The text in Hebrew comes from the Book of Proverbs (about 6th century BC) of the Septuagint or LXX :  15:3 The eyes of the Lord are everywhere, keeping watch on the wicked and the good”.

Η χρήση του παντεπόπτη οφθαλμού στην Χριστιανική συμβολογία γίνεται εντός ενός ακτινοβολούντος τριγώνου, το οποίο αναπαριστά την Αγία Τριάδα. Απαντάται συχνά τόσο σε ορθόδοξες εκκλησίες, συνήθως πάνω από την Ωραία Πύλη, όσο και σε καθολικούς ναούς. Κατά τον Μεσαίωνα συσχετίστηκε με το Μάτι του Διαβόλου και ατόνησε η χρήση του έως την Αναγέννηση, όταν οι καλλιτέχνες της εποχής επανέφεραν την συμβολική του δύναμη μέσω της τέχνης τους.                                                                                                                                  Το κείμενο χαραγμένο στα Εβραϊκά προέρχεται από τις Παροιμίες της Παλαιάς Διαθήκης ( γύρω στον 6ο αιώνα πΧ) και συγκεκριμένα από την Μετάφραση των Εβδομήκοντα : ” Εν παντί τόπω οφθαλμοί Κυρίου σκοπεύουσιν κακούς τε και αγαθούς “.

DSC09401 aDSC09402 b

38 cm on a 145 years old ceramic tile / 38 εκ. επί κεράμου 145 ετών.


Helios I

Horus is one of the most ancient gods of Egypt; he dates all the way back to the late Predynastic period. At the Pyramid texts, 3100 BC , an Early Hymn to the Sun, Utterance 587 (1587a,b,1588a):” Greetings to thee, Atum. / Greetings to thee, Khepri. / Greetings to thee, eye of Horus, which he adorned with his two hands completely.”                                                                                      The inscription reads : Ra Harmarchis, the great god, lord of heaven. The side motif depicts the primeval waters of Nun.

Η λατρεία του Ώρου χρονολογείται τουλάχιστον από τα τέλη της Προ – δυναστιακής περιόδου της Αιγύπτου, δηλ. περίπου από το 3100πΧ.                                                                                  Η επιγραφή σημαίνει : Ήλιος Θεός μέγας δεσπότης ουρανού. Το πλαινό μοτίφ συμβολίζει τα αρχέγονα νερά της Νουν.


36 cm on a 145 years ceramic tile / 36 εκ κέραμος 145 χρόνων


There is a dispute about the time the Hellenic Orphic Hymns were written; from 6 BC to 4 AD. This one is for Apollo. It translates : Delie lord, your eye that illuminates on people, the all seeing eye.(ΔΗΛΙ΄ΑΝΑΞ ΠΑΝΔΕΡΚΕΣ ΕΧΩΝ ΦΑΕΣΙΜΒΡΟΤΟΝ ΟΜΜΑ.)

 Ορφικός ύμνος προς τον Απόλλωνα :                                                                     ΔΗΛΙ΄ΑΝΑΞ ΠΑΝΔΕΡΚΕΣ ΕΧΩΝ ΦΑΕΣΙΜΒΡΟΤΟΝ ΟΜΜΑ   (Δήλιε άνακτα, το μάτι σου που φωτίζει τους ανθρώπους, τα βλέπει όλα.)


36 cm on a 145 years ceramic tile / 36 εκ κέραμος 145 χρόνων



Ώ ολίγον ούχ ικανόν, αλλά τούτω γέ ουδέν ικανόν

****** English text follows the Hellenic******

” Κοίτα τον πώς στέκεται στην ακροθαλασσιά παίζοντας με τα κύματα – σα ν΄ακούει ένα τραγούδι που το θυμάται χωρίς να το ξέρει” λέει περήφανος ο άντρας στη γυναίκα του για τον λίγων μηνών γιό τους. Ήδη τον φαντάζεται να αναλαμβάνει τον εμπορικό του στόλο μόλις ενηλικιωθεί, συνεχίζοντας έτσι την οικογενειακή παράδοση.  Όσο το σκέφτεται τόσο λιγότερο μετανιώνει την απόφαση του να φύγει από την Αθήνα & να έρθει σε αυτό το απομακρυσμένο νησί. Σιχάθηκε πια τα πολιτικά, τους πολιτικούς και τ’ανθρώπινα κοπάδια τους. “Ο Νίκων θα μεγαλώσει μακριά από αυτή τη δυσωδία, μάρτυς μου ο Ποσειδώνας” λέει φωναχτά και συνεχίζει να κοιτά τον γιό του αγκαλιάζοντας την αγαπημένη του κάτω από τον ουρανό που τους σκέπαζε σε τούτη την παραλία το 339 πΧ.                                                                Τριαντατρία χρόνια αργότερα, ο Νίκων στέκεται στη πλώρη του εμπορικού του πλοίου ατενίζοντας στο βάθος τον Πειραιά. Το ταξίδι ήταν μακρύ αλλά άξιζε τον κόπο – τ’αμπάρια του ήταν γεμάτα με Φοινικική πορφύρα. “Τίμα τους Θεούς” επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία ο πατέρας του και έτσι έκανε. Περνώντας από τη Λέσβο παρήγγειλε να του σκαλίσουν ένα ορφικό ύμνο προς τον Δία στον κωνόμορφο αμφορέα που θα δεχόταν την προσφορά του στους Θεούς. Ξέχασε όμως την λέξη “αιολόμορφε” από τον ύμνο και όταν το συνειδητοποίησε ο τεχνίτης είχε ήδη προχωρήσει την εγχάραξη. Ο Νίκων βιαζόταν να σαλπάρει για τις Φοινικικές ακτές. ” Δεν θα προσβληθεί ο Δίας από κάτι τόσο ασήμαντο” σκέφτηκε με την τόσο χαρακτηριστική σχέση που είχαν κάποτε οι Έλληνες με τους Θεούς τους. Χαμογελώντας με τη σκέψη του, πλήρωσε τον τεχνίτη, πήρε τον αμφορέα στο πλοίο και συνέχισε το ταξίδι του.                                                     Οι Θεοί των Ελλήνων όμως είχαν τις ιδιοτροπίες τους, ο Δίας περισσότερο απ’όλους. Έτσι αποφάσισε να θυμίσει στον θνητό (όχι χωρίς να κρύψει ταυτόχρονα ένα χαμόγελο για το πνεύμα του Νίκωνα) ότι η επίκληση προς αυτόν δεν επιδέχεται εκπτώσεις, σα να ήταν εμπόρευμα. Εξαπολύει λοιπόν μία φοβερή καταιγίδα και μετατρέπει το πλοίο του Νίκωνα σε ναυάγιο λίγο πριν φτάσει στον προορισμό του…                                                                          Κάθεται κατάκοπος στην ακτή κοιτώντας τα κύματα του Σαρωνικού βαμμένα σε μια απόχρωση του κόκκινου. Αυτή τη φορά όχι με το αίμα των θυμάτων της περίφημης ναυμαχίας αλλά από το πολύτιμο εμπόρευμα του. Απορία, οργή, απόγνωση, πανικός άρχισαν να τον σαρώνουν. Όπως πριν από τριαντατρία χρόνια, η θάλασσα τον αγκάλιασε με το τραγούδι της ξανά. Κι ο Νίκων αρχίζει να θυμάται… Καταλαγιάζει – η φουρτούνα μέσα του. Αρχίζει – να καταλαβαίνει τί σημαίνει η απλανής θεωρία της ζωής. Θυμάται – τη μητέρα του να του λέει (συζητώντας κάποιο από τα πολλά συγράμματα που πάντοτε φρόντιζαν οι γονείς του να του δίνουν) :”Ώ ολίγον ούχ ικανόν, αλλά τούτω γέ ουδέν ικανόν”. Αυτός που δεν ικανοποιείται με τα λίγα, δεν ικανοποιείται με τίποτα. Ξεκινάει – αργά αλλά σταθερά, με τα “λίγα” του πλέον, ένα νέο ταξίδι.   Να ζει μέσα στον κόσμο, μα διαφορετικά από τον κόσμο.                                     Γνώρισε ανθρώπους κι έκανε φίλους. Ανέκαθεν η φιλία ήταν για αυτόν ύψιστη αρετή. Μέσα σε αυτή τη σχέση αμοιβαίας αγάπης και ασφάλειας υπερέβαινε τον εγωιστικό του εαυτό & ζούσε μια κατάσταση που συναγωνιζόταν μόνο την μακαριότητα των Θεών στα ύψη του Ολύμπου.  Ένας από αυτούς ήταν ο Επίκουρος. Και πώς να γινόταν διαφορετικά; Σε μία εποχή που οι φιλόσοφοι και οι Σχολές τους ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, ο Κήπος του Επίκουρου ήταν κάτι ριζοσπαστικό. Και μόνο η έκφραση στα πρόσωπα του πνευματικού κόσμου της Αθήνας έφθανε για τον Νίκωνα ν’ανακαλύψει ιδίοις όμμασι τί έλεγε και τους σκανδάλιζε τόσο.   “…Κι ο Αριστοτέλης έφαγε πρώτα τα λεφτά του μπαμπά του, μετά πήγε στον στρατό, μετά έγινε έμπορος φαρμάκων ώσπου γνώρισε τον Πλάτωνα. Άκουσε τα μαθήματα του & έγινε αυτό που έγινε.” έλεγε ο Επίκουρος την πρώτη φορά που τον συνάντησε, εξηγώντας γιατί οι πύλες του Κήπου του είναι ανοιχτές για όλους. Γυναίκες, δούλους, φτωχούς, απαίδευτους – όλοι έχουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα να φιλοσοφούν και να επιτύχουν την ευδαιμονία στη ζωή τους. Όχι μόνο οι εκλεκτοί, οι λίγοι, όπως ήθελε η ελίτ των Αθηνών.                                                                  Ο Νίκων αγκάλιασε και φίλησε νοερά την μητέρα του και τον πατέρα του. Έφτασα στο λιμάνι μου, τους είπε κι έτρεξε να προλάβει τον φίλο του. Είχαν πράγματι πολλά να πούν…

Αυτή τη φορά, ο Δίας δεν προσπάθησε καν να κρύψει το χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπό του…


“Look at him playing with the waves as he stands at the seashore; as if he is enchanted by a song he remembers without knowing it” says the proud father to his wife about their few months old son. He already sees him taking over his merchant fleet when he is old enough, continuing the family saga. The more he ponders about his decision to leave Athens the less he regrets it; fed up with with politics, politicians and their human herds he was. He repeats aloud the vow to Poseidon he once made :” Nicon, my son, will grow up away from their offensive odor.” Then he puts his arms tenderly around his beloved, still looking at their son; all of them at the seashore of a remote Hellenic island under the sheltering sky of 339 BC.                                                                                               Thirty three years later, Nicon stands at the bow of his ship gazing at the horizon the forming shape of Piraeus. The trip was difficult but certainly worth the risk; the hold of the ship was full with Phoenician purple dye. ‘Honor the Gods” his father kept saying & so he did. Made a stop at the island of Lesvos (for other reasons too, but that’s another story) where he had engraved on a cone shaped amphora, an orphic hymn to Zeus, as an offering to the Gods. Alas, he forgot the word “αιολόμορφε” (of many faces) from the hymn and by the time he realizes it, the craftsman had already done most of his work. Nicon was in a hurry to sail for the Phoenician shores. “Zeus won’t be insulted by something as trivial” he thought in the characteristic fashion Hellenes once related with their Gods. Smiling with his thought, he paid the craftsman, took the amphora aboard and continued his voyage.                          The Gods of  Olympus though, had their capricious ways; Zeus most of all. Thus he decides to remind  this mortal (hiding at the same time a smile about Nicon’s wit) that the invocation to Zeus cannot be on discount, as some kind of merchandise. A terrible storm is unleashed upon him out of the blue sky, shipwrecking Nicon just before he reaches his destination…                                               Nicon is sitting fatigued ashore,staring at the Saronic gulf waves dyed in a shade of red; this time not from the blood of the victims of the great naval battle of Salamis but from his precious cargo. Perplexity, anger, desperation and panic begin to sweep over him. Just like thirty three years ago, sea embraced him with her chant again. And Nicon begins to remember…Calms ; the storm within. Starts ; to understand the meaning of life’s fixed view (aplanis theoria). Remembers ; his mother saying (after a discussion over one of the many books his parents always provided him) : “Ώ ολίγον ούχ ικανόν, αλλά τούτω γέ ουδέν ικανόν” (He who is not satisfied with few, cannot be satisfied with anything ). Sets out ; slowly but steadily, gathering his ‘few”, towards a new journey. To live among the world but differently from the world.                                                                                               He meets people, makes friends. Friendship has always been a supreme virtue for him. Through this relationship of mutual safety and love he exceeded the selfish aspect of himself and lived in a condition only compared with the bliss of Gods at the halls of Olympus.  Epicurus was one of these friends. And how could he be not? At a time when philosophers and their Schools were competing each other, the Garden (Kipos) of Epicurus was something groundbreaking. The look at the faces of the Athenian intellectuals was more than enough for Nicon to find out for himself what was it exactly about Epicurus teachings that scandalize them!  “…Aristotle first spent his father’s money, then he joined the army, then he became a medicines merchant. Until he meets Plato. listened to his teachings and finally became what we all know.” said Epicurus the first time Nicon met him. He was explaining why he has the gates of his Garden open for all to enter; women, slaves, poor, uneducated. Every one had a right to philosophy and a claim for happiness in their lives. Not just the privileged, like the Athenian elite preferred.                                                                                           Nicon embraced & kissed in spirit his parents. ” I made it to my harbor” he wanted to say to them and hasted to meet his dear friend. Much they had to discuss, indeed.

This time, Zeus didn’t even try to hide the wide smile glowing on his face…

DSC09377DSC09384DSC09387DSC09375DSC09383a 69 cm.


Tuatha De’ Danann – Daghdha

” Grant, O Goddess, Thy Protection;  And in protection, strength; And in strength, understanding; And in understanding, knowledge; And in knowledge, the knowledge of justice; And in the knowledge of justice, the love of it; And in that love, the love of all existences; And in the love of all existences, the love of Goddess and all goodness…”

A Druidic Prayer found at the Celtic prayer book at


Driftwood,stone, crystals based on a sculptured wax base. 13 x 13 x 36 cm


Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: